Πλαγάκος Κώστας - Κουφάλια
Οποιοσδήποτε τοπικός φορέας ή ιδιώτης επιθυμεί να προβάλλει κάποια δραστηριότητά του, ή κάποια εκδήλωση που διοργανώνει, στο blog: http://koufalia.capitalblogs.gr δεν έχει παρά να μας ενημερώσει σχετικά στο Τηλ.&Fax:2391053356 ή στο mail: plagakos@yahoo.gr
Λίγα λόγια για εμένα
Ελεύθερος Επαγγελματίας (Οικονομολόγος-Λογιστής) στην πόλη των Κουφαλίων. Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Κουφαλίων αρχικά (2007-2010) και Χαλκηδόνος στη συνέχεια (2011-2014). Ασχολούμενος ερασιτεχνικά με τη δημοσιογραφία - αρθρογραφία εξέδιδα από τον Σεπτέμβριο του 2011 έως τον Μάιο του 2013 την τοπική εφημερίδα "ΕΝΟΤΗΤΑ". Έτος γέννησης 1978.
Σύνδεσμοι
·Δείτε όλα τα φύλλα της τοπικής εφημερίδας "ΕΝΟΤΗΤΑ" εδώ
·Αιρετή Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση. Προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση της χώρας ("ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" 26/10/2008)
·Σκέψεις για την πιστωτική πολιτική των τραπεζών και τις σχέσεις τους με το ελληνικό δημόσιο ("ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" 30/04/2011)
·Καταστροφική για την εθνική μας οικονομία ενδεχόμενη έξοδος από τη ζώνη του ευρώ ("ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" 15/05/2011)
·"Συμπαραστάτης του δημότη": Ευρύτερες συναινέσεις ή μονοκομματικές επιλογές;
·Προς αναζήτηση νέας ιδεολογίας
·Τα αίτια ύπαρξης και επιβίωσης των πολιτικών κομμάτων και το ενδεχόμενο εξαφάνισής τους
·Ηθικά και οικονομικά επιλήψιμη η απόφαση για συγκέντρωση αποδείξεων αξίας ίσης με το ήμισυ του εισοδήματος μας
·Η ανάγκη για μια νέα Σεισάχθεια
·Απόκτηση οικονομικής παιδείας για την αποφυγή νέας χρεοκοπίας
·Οικονομικός κύκλος ή αλλαγή κατηγορίας
·Ανάγκη,μέλλον και ηθική ("Karfitsa" 24/11/2012)
·Κατάργηση των κομματικών θέσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση ("Karfitsa" 16/02/2013)
·Οι τράπεζες θα πρέπει, και αυτές, να πληρώσουν την αφροσύνη τους ("Karfitsa" 02/03/2013)
·Ψωμί εισαγωγής;
·Ανασφάλιστη εργασία και...υποκρισία


Συνέντευξη του Μιλτιάδη Σαρηγιαννίδη, επίκουρου καθηγητή Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. στην εφημερίδα "ΕΝΟΤΗΤΑ"
2552 αναγνώστες
Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013
09:37

Ο συνδημότης μας Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης, επίκουρος καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ., απαντάει σε επίκαιρες ερωτήσεις της εφημερίδας «ΕΝΟΤΗΤΑ» αναφορικά με τα μνημόνια, τις Α.Ο.Ζ., το θέμα των Σκοπίων και την Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Η συνέντευξη μου παραχωρήθηκε πριν από μία περίπου εβδομάδα και φιλοξενείται στο φύλλο που θα κυκλοφορήσει εντός των επόμενων ημερών.Σήμερα την αναρτώ στο blog μου.  

 

Κύριε καθηγητά, ας αρχίσουμε από το φλέγον οικονομικό ζήτημα της εποχής μας, τη σχέση της χώρας μας με τα μνημόνια. Είναι τελικά τόσο δυσμενής για τα ελληνικά συμφέροντα η υπαγωγή των διεθνών δεσμεύσεων της Ελλάδας προς τους δανειστές της στο αγγλικό δίκαιο ή πρόκειται για υπερβολή δημοσιογραφικού και λαϊκιστικού χαρακτήρα; Σε ποια δικαστήρια θα προσφύγουν οι διεθνείς δανειστές, εάν η Ελλάδα αποτύχει να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της;
Είτε με το αγγλικό δίκαιο, είτε με οποιοδήποτε άλλο δίκαιο, το βασικό ερώτημα στο οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε, είναι το αν οι δανειστές μας μπορούν να εκποιήσουν περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού Δημοσίου, σε περίπτωση που η ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει να «κουρέψει» τις απαιτήσεις τους από τις δανειακές συμβάσεις τις οποίες έχουμε συνάψει. Σε περίπτωση δηλαδή που εμείς αθετήσουμε τις υποσχέσεις μας και δεν τους επιστρέψουμε το κεφάλαιο και τους τόκους που προβλέπονται. Αν λοιπόν ένα αγγλικό δικαστήριο εκδώσει καταδικαστική απόφαση σε βάρος της Ελλάδας, ο δανειστής μπορεί να αποζημιωθεί με την εκποίηση περιουσιακού στοιχείου που ανήκει στην Ελλάδα και χρησιμοποιείται για ιδιωτικούς/συναλλακτικούς σκοπούς, και πάντως όχι δημόσιους. Στην πραγματικότητα όμως, ο δανειστής δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτή την απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου στην Ελλάδα, καθώς τα ελληνικά δικαστήρια δεν θα την αναγνωρίσουν, αφού όπως τα περισσότερα δικαστήρια στον κόσμο δέχονται τη δικαιοδοτική ασυλία του κράτους από την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του. Άρα, μοναδική περίπτωση για να αποζημιωθεί ο δανειστής του ελληνικού κράτους, είναι να εντοπίσει ελληνικό περιουσιακό στοιχείο στο Ηνωμένο Βασίλειο και να ξεκινήσει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του. Αν λοιπόν υποθέσουμε, ότι το ελληνικό κράτος έχει στην κυριότητά του ένα διαμέρισμα στο κέντρο του Λονδίνου το οποίο το νοικιάζει, τότε ο δανειστής μπορεί να επιδιώξει την εκποίησή του προκειμένου να αποζημιωθεί, αφού το διαμέρισμα δεν εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό. Δεν μπορεί όμως να επιδιώξει την εκποίηση του κτιρίου της ελληνικής πρεσβείας, σε περίπτωση που αυτό ανήκει στο ελληνικό Δημόσιο, και φυσικά δεν γίνεται λόγος για εκποίηση των Ελγίνειων στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Πολύ δε περισσότερο, εκδοχές που θέτουν την Ακρόπολη υπό ενδεχόμενη εκποίηση από τους δανειστές μας βρίσκονται όντως στη σφαίρα του λαϊκισμού και της νοσηρήςπολιτικής φαντασίας, και αποσκοπούν στη δημιουργία εντυπώσεων.

Ας περάσουμε στο άλλο ζήτημα της επικαιρότητας. Την ανακήρυξη της Α.Ο.Ζ. Γιατί πιστεύετε ότι καθυστερεί; Εμφανίσθηκαν άραγε νομικές ή πολιτικές δυσχέρειες;
Η ανακήρυξη της ΑΟΖ αφορά στην άσκηση ενός δικαιώματος που μας παρέχει η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.Ο χρόνος άσκησης του δικαιώματος για να ορίσουμε ΑΟΖ 200 ναυτικών μιλίων είναι κάτι που βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης. Θα μπορούσαμε δηλαδή να ανακηρύξουμε ΑΟΖ χθες, πριν 10 ή 15 χρόνια. Οι ενδεχόμενες νομικές δυσχέρειες είναι τεχνικής φύσης και αφορούν στην οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ, εκεί όπου συναντά τις ΑΟΖ γειτονικών κρατών. Σε περίπτωση που τα κράτη δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία για την οριοθέτηση των ΑΟΖ τους, τότε θα πρέπει να προσφύγουν σε διεθνή δικαστήρια, όπως το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης στη Χάγη, το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας στο Αμβούργο, ή σε διεθνή διαιτησία. Ωστόσο, η απόφαση για την άσκηση ενός δικαιώματος εντάσσεται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας λήψης πολιτικών αποφάσεων που διαμορφώνουν συνολικά την εξωτερική πολιτική, και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά. Υπό αυτή την έννοια, οι πολιτικοί λόγοι στους οποίους οφείλεται η μη ανακήρυξη ΑΟΖ μέχρι τώρα, σχετίζονται τόσο με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις όσο και με τις σχετικές πολιτικές που ακολουθούν τα υπόλοιπα κράτη στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι αντιρρήσεις της Τουρκίας και ενδεχομένως των υπόλοιπων χώρων (Αίγυπτος, Λιβύη, Αλβανία) είναι δυνατό να καθυστερήσουν ή να ματαιώσουν την προσπάθεια της Ελλάδος για απόκτηση Α.Ο.Ζ.;
Ζήτημα ματαίωσης δεν υφίσταται, καθώς το δικαίωμα υφίσταται στο διεθνές δίκαιο και είναι κατοχυρωμένο τόσο συμβατικά όσο και εθιμικά. Η Τουρκία για παράδειγμα, αν και δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, αναγνωρίζει το εθιμικό δικαίωμα ενός παράκτιου κράτους σε ΑΟΖ, καθώς έχει ήδη ανακηρύξει τέτοια θαλάσσια ζώνη στον Εύξεινο Πόντο από το 1986. Αυτό που αμφισβητεί η τουρκική πλευρά είναι το δικαίωμα των νησιών του Αιγαίου σε ΑΟΖ, κάτι που όμως ρητά προβλέπεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές ακτές δεν βρίσκονται στον Ατλαντικό ή τον Ειρηνικό ωκεανό. Αυτό σημαίνει ότι οι γειτονικές παράκτιες χώρες, ειδικά όσες δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, όπως το Ισραήλ, η Λιβύη, η Συρία και φυσικά η Τουρκία επηρεάζουν και επηρεάζονται από την ενδεχόμενη άσκηση του ελληνικού δικαιώματος στην ανακήρυξη της ΑΟΖ. Αυτονόητα λοιπόν, η σωστή στρατηγική είναι να βρούμε σημεία σύγκλισης με τις γειτονικές χώρες, ώστε οι επιμέρους διμερείς συμφωνίες οριοθέτησης που θα συνάψουμε, να εξυπηρετούν και να προωθούν τα συμφέροντά μας, ενόψει των τουρκικών επιχειρημάτων στα ζητήματα οριοθέτησης.  Άλλωστε, βρισκόμαστε σε μια περιοχή όπου πολλά κράτη δεν έχουν καν υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, και αυτονόητα έχουν διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με τα δικαιώματά τους σε εκείνες τις θαλάσσιες ζώνες που, όπως η ΑΟΖ, συνορεύουν με τις δικές τους.

Η απόκτηση Α.Ο.Ζ. θα επιλύσει τα χρόνια ελληνοτουρκικά προβλήματα στο Αιγαίο, όπως η υφαλοκρηπίδα, η έκταση των χωρικών υδάτων και οι γκρίζες ζώνες που προσπαθεί να εμφανίσει η Τουρκία ή πρόκειται για εντελώς διαφορετικά ζητήματα;
Η ΑΟΖ αποτελεί ξεχωριστή θαλάσσια ζώνη και η ανακήρυξή της δεν θα συμβάλει στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, ούτε και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια. Η μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά στο Αιγαίο αφορά στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, και όπως είναι γνωστό, η ελληνική πλευρά πάγια απορρίπτει τις τουρκικές θέσεις, όπως το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας και των ελληνικών νησιών, και οι γκρίζες ζώνες, οι οποίες δεν θεμελιώνονται στο διεθνές δίκαιο. Αυτά τα υποτιθέμενα διμερή ζητήματα που τίθενται από την Τουρκία, δεν είναι παρά μια προσπάθεια σώρευσης μαξιμαλιστικών απαιτήσεων, ώστε σε περίπτωση διμερών διαπραγματεύσεων να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη της Τουρκίας από μια συνολική διαπραγμάτευση που θα περιλαμβάνει όλα όσα η ίδια αξιολογεί ως διαφορές με την Ελλάδα στο Αιγαίο. Συνεπώς, τα χωρικά ύδατα, η υφαλοκρηπίδα, η ΑΟΖ και οι γκρίζες ζώνες είναι διαφορετικά ζητήματα που δεν πρέπει να εμπλακούν σε κοινή ατζέντα, γιατί κάτι τέτοιο ίσως αποβεί ζημιογόνο για τα ελληνικά συμφέροντα. Επιπλέον, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανακήρυξη ΑΟΖ δεν θα επιλύσει κάποιο κομμάτι των ελληνοτουρκικών διαφορών. Ακόμα και για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων που ενδεχομένως βρίσκονται στον χώρο του Αιγαίου, όπως φυσικό αέριο και πετρέλαιο, δεν είναι απαραίτητη η ανακήρυξη ΑΟΖ, καθώς η υφαλοκρηπίδα είναι αρκετή. Μάλιστα, ενώ η ΑΟΖ εκτείνεται σε μια περιοχή 200 ναυτικών μιλίων, η υφαλοκρηπίδα μπορεί να φθάσει στα 350 ναυτικά μίλια, διευρύνοντας έτσι τον χώρο όπου μπορούν να αναζητηθούν πλουτοπαραγωγικές πηγές στο υπέδαφος του Αιγαίου. Υπό αυτή την έννοια, είναι περισσότερο συμφέρον για την Ελλάδα να επιμείνει στο ζήτημα της υφαλοκρηπίδας, παρά να προσθέσει στο καλάθι των διαπραγματεύσεων που φιλοδοξεί να δημιουργήσει η Τουρκία, και το ζήτημα της ΑΟΖ. Άλλωστε, η ΑΟΖ αφορά στους φυσικούς πόρους που βρίσκονται ανάμεσα στον βυθό και στην επιφάνεια της θάλασσας. Συνεπώς, αυτή η κολώνα νερού που υπέρκειται του βυθού, μπορεί να αξιοποιηθεί σε επίπεδο αλιείας και παραγωγής ενέργειας (π.χ. ανεμογεννήτριες, κυματική ενέργεια για την παραγωγή ηλεκτρισμού), ενώ οι αναζητούμενοι υδρογονάνθρακες βρίσκονται στο υπέδαφος, δηλαδή στην υφαλοκρηπίδα. Όπως γίνεται αντιληπτό, ο συσχετισμός της ΑΟΖ με την εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων πετρελαίου ή φυσικού αερίου στο Αιγαίο είναι παραπλανητικός, και η συζήτηση που μονοπωλεί τον κοινοβουλευτικό και τον τηλεοπτικό χρόνο είναι εντελώς αβάσιμη και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Σε τελική ανάλυση, ο κοινός νους επιτάσσει την επέκταση των χωρικών υδάτων μας στα 12 ναυτικά μίλια, πριν προχωρήσουμε στην ανακήρυξη ΑΟΖ, ώστε να βρεθούμε σε πλεονεκτική θέση απέναντι στην Τουρκία, ειδικά σε ό,τι αφορά στην περιοχή του Καστελλόριζου.

Ας περάσουμε τέλος στο ζήτημα των Σκοπίων. Η θέση της χώρας μας είναι ισχυρότερη ή πιο αδύναμη από ότι στο παρελθόν;
Στο βαθμό που το ερώτημα έχει να κάνει με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η ελληνική θέση δεν έχει αποδυναμωθεί. Σύμφωνα με την Ενδιάμεση Συμφωνία, τα Σκόπια έχουν το δικαίωμα να γίνουν μέλη σε έναν διεθνή οργανισμό με την ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Για παράδειγμα, με αυτό το όνομα είναι κράτος-μέλος στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο, η κυβέρνηση των Σκοπίων δεν μπορεί να γίνει αυτόματα μέλος σε διεθνείς οργανισμούς, αφού αντιρρήσεις είναι δυνατόν να εγερθούν και από άλλα κράτη, ή διεθνή όργανα. Άλλωστε, η μόνιμη παρότρυνση προς την κυβέρνηση των Σκοπίων είναι η συνεργασία με την Ελλάδα ώστε να εξευρεθεί λύση, και στη συνέχεια να τεθεί το ζήτημα της συμμετοχής των γειτόνων μας σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Η θέση της χώρας μας παραμένει σταθερή εδώ και πολλά χρόνια. Ίσως γιατί καμία κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας συμφωνίας με την ΠΓΔΜ. Όμως μεγαλύτερη σημασία έχει η διαπραγματευτική ισχύς της κυβέρνησης των Σκοπίων. Κατά την άποψή μου, εξακολουθεί να παραμένει ένα εύθραυστο κράτος, το οποίο ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί στη δίνη εθνοτικών συγκρούσεων. Συνεπώς, παρά την πολιτική εσωτερικής κατανάλωσης και τις εθνικιστικές κορώνες που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση των Σκοπίων, πιστεύω ότι η ελληνική θέση παραμένει ισχυρή διαπραγματευτικά απέναντι στην ΠΓΔΜ. Επιπλέον, ας σημειωθεί ότι η επίλυση του ζητήματος σχετικά με το όνομα δεν συνεπάγεται απαραίτητα τη λύση όλων των ζητημάτων που χωρίζουν τις δύο χώρες. Αποτελεί μόνο την κορυφή ενός συνόλου πιο σύνθετων διαφορών. Με άλλα λόγια, αν υποθέσουμε ότι αύριο το πρωί επιλέγεται η ονομασία «Δημοκρατία του Βαρδάρη», αυτό δεν θα συνεπαγόταν απαραίτητα και την αποκήρυξη των μακεδονικών συμβόλων και ιστορίας. Ο Μέγας Αλέξανδρος θα παρέμενε έφιππος στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων και οι αναφορές στη μακεδονική ιστορία θα συνεχίζονταν με μεγαλύτερη ένταση. Συνεπώς, η παράταση αυτής της διαφοράς ίσως συμφέρει την Ελλάδα, καθώς ο χρόνος μάλλον αναδεικνύει τις αδυναμίες και τις ατέλειες που βρίσκονται στα θεμέλια του κατασκευασμένου κράτους της ΠΓΔΜ, γεγονός που μπορεί να επιδράσει διαβρωτικά στην ακαμψία της κυβέρνησης των Σκοπίων.

Το βέτο της χώρας μας κατά της συμμετοχής των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και ίσως στο μέλλον και στην Ε.Ε. θα συνεχίσει να αποτελεί μέσο πίεσης προς την ηγεσία της χώρας αυτής;    
Όπως σημείωσα και παραπάνω, δεν τίθεται ζήτημα άσκησης βέτο από την ελληνική πλευρά, παρά μόνο σε περίπτωση που η κυβέρνηση των Σκοπίων επιχειρήσει την ένταξη σε έναν διεθνή οργανισμό, όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ με όνομα διαφορετικό από το ΠΓΔΜ. Σε κάθε άλλη περίπτωση η άσκηση βέτο είναι παράνομη, και θα συνιστούσε παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την Ελλάδα. Σημειώνεται, ότι η δυνατότητα του βέτο προσφέρεται μέσα από τον τρόπο λήψης αποφάσεων σε έναν διεθνή οργανισμό. Για παράδειγμα, στο Συμβούλιο του ΝΑΤΟ οι αποφάσεις λαμβάνονται με ομοφωνία των κρατών-μελών. Συνεπώς, οποιοδήποτε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ διαφωνεί με ένα σχέδιο απόφασης, εκ του αποτελέσματος ασκεί βέτο, και δεν επιτρέπει τη λήψη απόφασης. Ωστόσο, εκτός από το βέτο, υπάρχουν άλλοι πρόσφοροι διπλωματικοί τρόποι, προκειμένου η ΠΓΔΜ να κρατηθεί μακριά από τους στόχους της κυβέρνησής της για ένταξη στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ώστε να φθαρεί στο εσωτερικό και ενδεχομένως να καμφθεί η αδιαλλαξία της. Παράλληλα όμως, θα πρέπει οι έλληνες πολιτικοί, και ειδικά αυτοί που κατά τεκμήριο εκπροσωπούν τη χώρα στις εξωτερικές σχέσεις της (Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών) να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν αναφέρονται στο ζήτημα του βέτο, διότι στο βαθμό που η ΠΓΔΜ χρησιμοποιεί αυτό το όνομα, τυπικά η ελληνική πλευρά δεν μπορεί να αποτρέψει την ένταξή της σε έναν διεθνή οργανισμό. Άλλο θέμα βέβαια, αν η εισδοχή της ΠΓΔΜ σε έναν διεθνή οργανισμό μπορεί να αποτραπεί με έμμεσο τρόπο, και πάντως σε καμία περίπτωση με την επίκληση του βέτο, όπου αυτό παρέχεται, όπως στην περίπτωση του ΝΑΤΟ. Αν υποθέσουμε, ότι η ελληνική κυβέρνηση πρόβαλε επίσημα βέτο σε μιαν αίτηση της ΠΓΔΜ για να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, τότε η κυβέρνηση των Σκοπίων θα μπορούσε να καταγγείλει την Ενδιάμεση Συμφωνία, να κατηγορήσει την Ελλάδα για την παραβίασή της και να ζητήσει να την αναγνωρίσουν χρησιμοποιώντας το όνομα «Μακεδονία». Όσο λοιπόν η Ενδιάμεση Συμφωνία είναι σε ισχύ, η ΠΓΔΜ δεσμεύεται να μην χρησιμοποιήσει διαφορετικό όνομα και σύμβολα όπως το δεκαεξάκτινο αστέρι της Βεργίνας.

Τέλος, ας περάσουμε στη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Πιστεύετε ότι θα επιτύχει η προσπάθεια της Τουρκίας να συνδέσει την επαναλειτουργία της με ανταλλάγματα που θέλει στα εκπαιδευτικά ζητήματα της μουσουλμανικής μειονότητας;
Η προσπάθεια της Τουρκίας να συνδέσει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης με τα συμφέροντα που καλλιεργεί στη Θράκη δεν πρέπει να εκπλήσσει. Άλλωστε, συνιστά πάγια τακτική της να επιχειρεί την επαναδιαπραγμάτευση σε διμερές επίπεδο ζητημάτων που ρυθμίζονται από τη Συνθήκη της Λωζάννης και τα οποία έχει ήδη παραβιάσει. Ωστόσο, η επιχειρούμενη σύνδεση είναι μάλλον απρόσφορη, αφού η τουρκική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να αποκαταστήσει χωρίς διαπραγματευτικά ανταλλάγματα την ομαλή λειτουργία της Σχολής, την οποία έκλεισε το 1971, και συνεπώς να συμμορφωθεί με τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάννης, ενόψει τον ισχυρών διεθνών πιέσεων που ασκούνται την τελευταία δεκαετία. Από την άλλη πλευρά η τουρκική κυβέρνηση πρέπει να αποδείξει ότι σέβεται την ελευθερία της θρησκευτικής έκφρασης προκειμένου να ενισχύσει το φιλοδυτικό προφίλ της και την ευρωπαϊκή ενταξιακή της πορεία. Η Θεολογική Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποτελεί μια ιδανική ευκαιρία, και συνεπώς οποιαδήποτε απόπειρα σύνδεσης της επαναλειτουργίας της με τα εκπαιδευτικά θέματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη που ρυθμίζονται από τη Συνθήκη της Λωζάννης,  περισσότερο θα βλάψει παρά θα ωφελήσει τα τουρκικά συμφέροντα.

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
7 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
Το παρόν blog δημιουργήθηκε το Μάρτιο του 2010 προκειμένου να αναρτώ σε αυτό τη δραστηριότητά μου ως δημοτικός σύμβουλος καθώς και σκέψεις μου αναφορικά με θέματα της επικαιρότητας αλλά και εργασίες μου αναφορικά με την ιστορία του τόπου μας. Σύντομα δόθηκε βήμα και στους φορείς του τόπου μας αλλά και σε ιδιώτες και εμπλουτίστηκε έτσι η θεματολογία του. Σε κάθε περίπτωση η ενημέρωσή του γίνεται σε ερασιτεχνική βάση (όποτε δηλαδή υπάρχει χρόνος) και δε στοχεύω στην συστηματική δημοσιογραφική κάλυψη όλης της ειδησεογραφίας του Δήμου μας ούτε και στο κυνήγι της επισκεψιμότητας...
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις